Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concurrent
01
ανταγωνιστικός, ανταγωνιζόμενος
qui cherche à atteindre le même objectif ou à obtenir les mêmes clients qu'un autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
concurrent
αρσενικό πληθυντικό
concurrents
θηλυκό ενικό
concurrente
θηλυκό πληθυντικό
concurrentes
Παραδείγματα
Les équipes concurrentes s' affrontent lors du championnat.
Οι ανταγωνιστικές ομάδες αντιμετωπίζουν η μία την άλλη στο πρωτάθλημα.
Le concurrent
01
ανταγωνιστής, αντίπαλος
individu ou groupe qui participe à un concours, une course ou une compétition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
concurrents
Παραδείγματα
Les concurrents ont présenté leurs projets devant le jury.
Οι ανταγωνιστές παρουσίασαν τα έργα τους μπροστά στην κριτική επιτροπή.
Λεξικό Δέντρο
concurrent
concur



























