Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aborder
01
προσορμίζομαι, αποβάθρα
approcher un quai ou un rivage pour s'y amarrer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aborde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
abordons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aborderai
ενεστώτα μετοχή
abordant
παθητική μετοχή
abordé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
abordions
Παραδείγματα
Le bateau aborde le port en début de matinée.
Το σκάφος προσεγγίζει το λιμάνι νωρίς το πρωί.
02
αντιμετωπίζω, ξεκινώ συζήτηση
commencer à traiter ou discuter un sujet ou une activité
Παραδείγματα
Le professeur aborde un nouveau chapitre avec les élèves.
Ο δάσκαλος ξεκινά ένα νέο κεφάλαιο με τους μαθητές.
03
συναντώ τυχαία, συγκρούομαι με
entrer en contact avec quelque chose ou quelqu'un par accident
Παραδείγματα
Il a abordé un piéton en sortant de la voiture.
Σύγκρουσε έναν πεζό ενώ έβγαινε από το αυτοκίνητο.
04
προσεγγίζω, απευθύνομαι
aller vers quelqu'un pour engager une conversation
Παραδείγματα
Il aborde une inconnue dans le parc pour lui parler.
Πλησιάζει έναν άγνωστο στο πάρκο για να του μιλήσει.



























