Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'abricot
[gender: masculine]
01
βερίκοκο, δαμάσκηνο
fruit rond à noyau, de couleur orange, à la chair juteuse et sucrée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abricots
Παραδείγματα
L' abricot est riche en vitamines et minéraux.
Το βερίκοκο είναι πλούσιο σε βιταμίνες και μέταλλα.
abricot
01
χρώματος βερίκοκου, απόχρωση βερίκοκου
de couleur orange clair et doux, semblable à celle du fruit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abricot
αρσενικό πληθυντικό
abricot
θηλυκό ενικό
abricot
θηλυκό πληθυντικό
abricot
Παραδείγματα
J' aime beaucoup ton nouveau sac abricot!
Μου αρέσει πολύ η καινούργια τσάντα σου στο χρώμα βερίκοκο!



























