Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absolu
01
απόλυτος, πλήρης
qui n'est limité par rien, total ou complet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus absolu
συγκριτικός βαθμός
plus absolu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
absolu
αρσενικό πληθυντικό
absolus
θηλυκό ενικό
absolue
θηλυκό πληθυντικό
absolues
Παραδείγματα
L' amour des parents pour leurs enfants est souvent considéré comme absolu.
Η αγάπη των γονέων για τα παιδιά τους θεωρείται συχνά απόλυτη.
02
απόλυτος, ανευ όρων
qui est indépendant, indépendant de toute condition
Παραδείγματα
Il est important de respecter les droits absolus de chaque individu.
Είναι σημαντικό να σεβόμαστε τα απόλυτα δικαιώματα κάθε ατόμου.



























