Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abstinent
01
απέχων, συντηρητικός
qui renonce volontairement à une substance ou une activité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus abstinent
συγκριτικός βαθμός
plus abstinent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abstinent
αρσενικό πληθυντικό
abstinents
θηλυκό ενικό
abstinente
θηλυκό πληθυντικό
abstinentes
Παραδείγματα
Nous admirons ceux qui sont abstinents par conviction.
Θαυμάζουμε εκείνους που είναι απέχοντες από πεποίθηση.



























