Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abstinent
01
απέχων, συντηρητικός
qui renonce volontairement à une substance ou une activité
Παραδείγματα
Nous admirons ceux qui sont abstinents par conviction.
Θαυμάζουμε εκείνους που είναι απέχοντες από πεποίθηση.



























