abîmer
abî
abɪ
abi
mer
me
me
abîmé

Ορισμός και σημασία του "abîmer"στα γαλλικά

abîmer
01

καταστρέφω, βλάπτω

faire mal à quelque chose ou le rendre moins bon 
abîmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
abîme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
abîmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
abîmerai
ενεστώτα μετοχή
abîmant
παθητική μετοχή
abîmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
abîmions
Παραδείγματα
Il ne faut pas abîmer les livres de la bibliothèque. 

Δεν πρέπει να καταστρέφονται τα βιβλία της βιβλιοθήκης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store