Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abîmer
01
καταστρέφω, βλάπτω
faire mal à quelque chose ou le rendre moins bon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
abîme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
abîmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
abîmerai
ενεστώτα μετοχή
abîmant
παθητική μετοχή
abîmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
abîmions
Παραδείγματα
Il ne faut pas abîmer les livres de la bibliothèque.
Δεν πρέπει να καταστρέφονται τα βιβλία της βιβλιοθήκης.



























