abîmer
Pronunciation
/abime/

Ορισμός και σημασία του "abîmer"στα γαλλικά

abîmer
01

καταστρέφω, βλάπτω

faire mal à quelque chose ou le rendre moins bon
abîmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
abîme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
abîmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
abîmerai
ενεστώτα μετοχή
abîmant
παθητική μετοχή
abîmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
abîmions
Παραδείγματα
J' ai peur d' abîmer mon téléphone sans protection.
Φοβάμαι να καταστρέψω το τηλέφωνό μου χωρίς προστασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store