Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absolu
01
απόλυτος, πλήρης
qui n'est limité par rien, total ou complet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus absolu
συγκριτικός βαθμός
plus absolu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
absolu
αρσενικό πληθυντικό
absolus
θηλυκό ενικό
absolue
θηλυκό πληθυντικό
absolues
Παραδείγματα
Il a un pouvoir absolu sur l'organisation.
Έχει απόλυτη εξουσία στον οργανισμό.
02
απόλυτος, ανευ όρων
qui est indépendant, indépendant de toute condition
Παραδείγματα
Il a reçu une liberté absolue pour prendre des décisions.
Έλαβε απόλυτη ελευθερία για να λαμβάνει αποφάσεις.



























