Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abonner
01
εγγράφω, συνδρομή
s'inscrire pour recevoir régulièrement un service, une publication ou un produit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
abonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
abonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
abonnerai
ενεστώτα μετοχή
abonnant
παθητική μετοχή
abonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
abonnions
Παραδείγματα
Tu devrais t' abonner à ce journal pour recevoir les nouvelles chaque semaine.
Πρέπει να εγγραφείς σε αυτήν την εφημερίδα για να λαμβάνεις τα νέα κάθε εβδομάδα.
02
εγγραφή, ακολουθώ
devenir abonné à un compte pour voir ses publications et stories sur une plateforme
Παραδείγματα
Les utilisateurs peuvent s' abonner pour recevoir des notifications.
Οι χρήστες μπορούν να εγγραφούν για να λαμβάνουν ειδοποιήσεις.



























