Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abonner
01
εγγράφω, συνδρομή
s'inscrire pour recevoir régulièrement un service , une publication ou un produit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
abonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
abonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
abonnerai
ενεστώτα μετοχή
abonnant
παθητική μετοχή
abonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
abonnions
Παραδείγματα
Je me suis abonné à un magazine de cuisine.
Εγγράφηκα σε ένα περιοδικό μαγειρικής.
02
εγγραφή, ακολουθώ
devenir abonné à un compte pour voir ses publications et stories sur une plateforme
Παραδείγματα
Je me suis abonné à sa chaîne YouTube.
Εγγράφηκα στο κανάλι του στο YouTube.



























