verservodka
από 3
verservodka
verser[v]

χύνω,ρίχνω

version[n]

έκδοση

vert[adj][n]

πράσινος,πράσινος • μέλος του πράσινου κόμματος,πράσινος

vert de jalousie[adj]

πράσινος από ζήλεια,εξαιρετικά ζηλότυπος

vert de rage[adj]

πράσινος από θυμό,χλωμός από οργή

vertébré[n][adj]
vertèbre[n]

σπόνδυλος,σπονδυλικό οστό

vertical[adj]

κατακόρυφος,κάθετος στον ορίζοντα

vertu[n]
vertueux[adj]
verve[n]
vessie[n]

κύστη,ουροδόχος κύστη

veste[n]

ζακέτα,σακάκι

vestiaire[n]

αποδυτήριο,γκαρνταρόμπα

vestige[n]

ίχνος,υπόλειμμα

vestimentaire[adj]

ενδυματολογικός,σχετικός με τα ρούχα

vêtement[n]

ρούχα,ενδύματα

vétérinaire[n][adj]

κτηνίατρος,ζωίατρος • κτηνιατρικός,κτηνιατρική

veuf[n][adj]

χήρος,άνδρας χήρος • χήρος,χήρα

vexer[v]

ενοχλώ,πληγώνω

viaduc[n]

οδογέφυρα,βιάδουκτ

viande[n]

κρέας,κρέας ζώου

viande blanche[n]

λευκό κρέας,κρέας πουλερικών

viande rouge[n]

κόκκινο κρέας,βόειο κρέας

vibreur[n]

λειτουργία δόνησης,λειτουργία δόνησης

vicaire[n]
victime[n]

θύμα,παθών

victoire[n]

νίκη,θρίαμβος

vidanger[v]
vide[adj][n]

άδειος,άδεια • κενό,κενότητα

vidéo[n]

βίντεο,οπτική καταγραφή

vider[v]

εξαγνίζω,αδειάζω

vie[n]

ζωή,ύπαρξη

vieillard[n]
vieillir[v]

γερνάω,παλιώνω

vieillissement[n]
vierge[adj][n]
vieux[adj][n]

παλιός,ηλικιωμένος • γέρος,ηλικιωμένος άνδρας

vif[adj][n]

γρήγορος,ευκίνητος • ζωντανό πρόσωπο,ζωντανός

vigilance[n]

εγρήγορση,σταθερή προσοχή

vigilant[adj]

επιφυλακτικός,προσεκτικός

vigne[n]
vigneron[n][adj]
vignoble[n]
vigueur[n]
vil[adj]
vilain[adj]
villa[n]

μονοκατοικία,βίλα

village[n]

χωριό,κωμόπολη

ville[n]

πόλη,μητρόπολη

vin[n]

κρασί,αλκοολούχο ποτό

vin blanc[n]

λευκό κρασί,λευκό κρασί

vin rouge[n]

κόκκινο κρασί,κόκκινο κρασί

vinaigre[n]

ξύδι,ξύδι

vingtaine[n]

είκοσι περίπου

vingtième[adj]

εικοστός,εικοστός

vinification[n]

οινοποίηση,παραγωγή κρασιού

vintage[adj]

βινταζ,παλαιού τύπου

vinyle[n]

βινύλιο,δίσκος βινυλίου

violation[n]

παράβαση,παραβίαση

violence[n]

βία,επίθεση

violent[adj]

βίαιος,επιθετικός

violer[v]

παραβιάζω,παραβαίνω

violet[adj][n]

βιολετής,μωβ • βιολετί,πορφυρό

violette[n]

βιολέτα,βιόλα

violon[n]

βιολί,βιολί

violoncelle[n]

βιολοντσέλο,τσέλο

violoncelliste[n]

βιολοντσελίστας,βιολοντσελίστρια

virage[n]

στροφή,καμπή

viral[adj]

ιικός,ιικός

virement[n]

μεταφορά,επιταγή

virer[v]

πετώ,απαλλάσσομαι από

virtuel[adj]
virus[n]
vis[n]

βίδα,βιδωτή ράβδος

vis machine[n]

βίδα μηχανής,βίδα για μηχανή

vis-à-vis[adv][n]
visa[n]

βίζα,άδεια εισόδου

visage[n]

πρόσωπο,μορφή

viser[v]

στοχεύω,κατευθύνω

visière[n]

γείσο,προστατευτική μάσκα προσώπου

vision[n]

όραμα,άποψη

visite[n]

επίσκεψη,περιήγηση

visiter[v]

επισκέπτομαι,επισκέφομαι

visiteur[n]

επισκέπτης,φιλοξενούμενος

visser[v]

βιδώνω,συνδέω με βίδες

visualiser[v]

απεικονίζω,αναπαριστώ γραφικά

vital[adj]

ζωτικός,απαραίτητος

vitalité[n]
vitamine[n]

βιταμίνη,βιταμίνη

vite[adv]

γρήγορα,ταχέως

vitesse[n]
viticulture[n]
vitre[n]

τζάμι,παράθυρο τζάμι

vivace[adj]

διαρκής,πολυετής

vivre[v]

ζω,υπάρχω

vivre un grand bonheur[phrase]
vocabulaire[n]

λεξιλόγιο,λεξιπλασία

vocation[n]
vodka[n]

βότκα,βότκα

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή