Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viral
01
ιικός, ιικός
qui concerne les virus ou est causé par un virus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
viral
αρσενικό πληθυντικό
viraux
θηλυκό ενικό
virale
θηλυκό πληθυντικό
virales
Παραδείγματα
La transmission virale est rapide dans ce cas.
Η ιική μετάδοση είναι γρήγορη σε αυτή την περίπτωση.
02
ιικός
qui connaît une diffusion massive et rapide en ligne, grâce aux partages des internautes
Παραδείγματα
Une publicité virale peut renforcer la notoriété d' une marque.
Μια ιούσα διαφήμιση μπορεί να ενισχύσει την αναγνωρισιμότητα μιας μάρκας.



























