le visage
vi
vi
βι
sage
zaʒ
ζαζ
viragevidage

Ορισμός και σημασία του "visage"στα γαλλικά

01

πρόσωπο, μορφή

partie du corps où il y a les yeux , le nez et la bouche 
le visage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
visages
Παραδείγματα
Elle a un beau visage souriant. 

Έχει ένα όμορφο χαμογελαστό πρόσωπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store