le visage
Pronunciation
/vizaʒ/

Ορισμός και σημασία του "visage"στα γαλλικά

01

πρόσωπο, μορφή

partie du corps où il y a les yeux, le nez et la bouche
le visage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
visages
Παραδείγματα
Il a reconnu son ami dès qu' il a vu son visage.
Αναγνώρισε τον φίλο του μόλις είδε το πρόσωπό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store