Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vigueur
[gender: feminine]
01
grande force physique, énergie ou intensité
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Malgré son âge, il conserve une grande vigueur.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grande force physique, énergie ou intensité