Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verser
01
χύνω, ρίχνω
faire couler un liquide d'un récipient à un autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
verse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
versons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
verserai
ενεστώτα μετοχή
versant
παθητική μετοχή
versé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
versions
Παραδείγματα
Le serveur a versé trop de sauce accidentellement.
Ο σερβιτόρος έχυσε κατά λάθος πολλή σάλτσα.
02
μεταφέρω, καταθέτω
donner de l'argent à quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Tu peux verser la somme en plusieurs fois.
Μπορείτε να πληρώσετε το ποσό σε πολλές δόσεις.
03
αναθέτω, μεταθέτω
affecter quelqu'un à un nouveau poste ou unité (surtout militaire)
Παραδείγματα
Les nouvelles recrues seront versées dans différentes divisions.
Οι νέοι στρατευόμενοι θα κατανεμηθούν σε διάφορες μεραρχίες.
04
ανατρέπομαι, γέρνω
se renverser sur le côté (pour un véhicule)
Παραδείγματα
Le tracteur a versé dans le champ en pente.
Το τρακτέρ ανατράπηκε στο κεκλιμένο χωράφι.



























