verser
ver
vɛʁ
ver
ser
se
se
verseurvesserverger

Ορισμός και σημασία του "verser"στα γαλλικά

verser
01

χύνω, ρίχνω

faire couler un liquide d'un récipient à un autre 
verser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
verse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
versons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
verserai
ενεστώτα μετοχή
versant
παθητική μετοχή
versé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
versions
Παραδείγματα
Elle verse du lait dans son café. 

Αυτή χύνει γάλα στον καφέ της.

02

μεταφέρω, καταθέτω

donner de l'argent à quelqu'un ou quelque chose 
verser definition and meaning
Παραδείγματα
Je dois verser l'argent sur ton compte. 

Πρέπει να καταθέσω τα χρήματα στον λογαριασμό σου.

03

αναθέτω, μεταθέτω

affecter quelqu'un à un nouveau poste ou unité (surtout militaire) 
Παραδείγματα
Le soldat a été versé dans une nouvelle unité. 

Ο στρατιώτης τοποθετήθηκε σε μια νέα μονάδα.

04

ανατρέπομαι, γέρνω

se renverser sur le côté (pour un véhicule) 
Παραδείγματα
La voiture a versé dans le virage. 

Το αυτοκίνητο αναποδογύρισε στην καμπύλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store