Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vivre
01
ζω, υπάρχω
exister et passer sa vie dans un lieu ou une condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vivrai
ενεστώτα μετοχή
vivant
παθητική μετοχή
vécu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vivions
Παραδείγματα
Elle vit à Paris depuis cinq ans.
Αυτή ζει στο Παρίσι εδώ και πέντε χρόνια.
02
είμαι ζωντανός, ζω
exister en tant qu'être vivant
Παραδείγματα
Il vit encore malgré son accident.
Ζει ακόμη παρά το ατύχημά του.
03
ζω, βιώνω
passer sa vie ou traverser des expériences particulières
Παραδείγματα
Il a vécu une enfance difficile.
Έζησε μια δύσκολη παιδική ηλικία.



























