Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vivre
01
ζω, υπάρχω
exister et passer sa vie dans un lieu ou une condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vivrai
ενεστώτα μετοχή
vivant
παθητική μετοχή
vécu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vivions
Παραδείγματα
Je vis chaque jour comme s' il était le dernier.
Ζω κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία.
02
είμαι ζωντανός, ζω
exister en tant qu'être vivant
Παραδείγματα
Les animaux vivent dans leur habitat naturel.
Τα ζώα ζουν στο φυσικό τους περιβάλλον.
03
ζω, βιώνω
passer sa vie ou traverser des expériences particulières
Παραδείγματα
Je veux vivre chaque jour pleinement.
Θέλω να ζω κάθε μέρα πλήρως.



























