Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visser
01
βιδώνω, συνδέω με βίδες
fixer ou assembler à l'aide de vis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
visse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
visserai
ενεστώτα μετοχή
vissant
παθητική μετοχή
vissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vissions
Παραδείγματα
Je dois visser cette étagère au mur.
Πρέπει να βιδώσω αυτό το ράφι στον τοίχο.
02
παραμένω σταθερά στη θέση μου, μένω ακίνητος
rester fermement en place sans bouger
Παραδείγματα
Le chat s'est vissé sur mes genoux et refuse de bouger.
Η γάτα βιδώθηκε στα γόνατά μου και αρνείται να κινηθεί.
03
σφίγγω περιστρέφοντας, κλείνω περιστρέφοντας
serrer ou fermer en tournant (comme un mouvement de vis)
Παραδείγματα
Il a vissé le tube de peinture après utilisation.
Βίλωσε το σωληνάριο χρώματος μετά τη χρήση.



























