la veste
veste
vɛst
βεστ
ventevessevaste

Ορισμός και σημασία του "veste"στα γαλλικά

01

ζακέτα, σακάκι

vêtement à manches longues porté sur une chemise ou un pull 
la veste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vestes
Παραδείγματα
Il a mis une veste noire pour le dîner. 

Φόρεσε μια μαύρη ζακέτα για το δείπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store