vexer
Pronunciation
/vɛkse/

Ορισμός και σημασία του "vexer"στα γαλλικά

01

ενοχλώ, πληγώνω

causer du mécontentement ou de la contrariété à quelqu'un
vexer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vesse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vexons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vexerai
ενεστώτα μετοχή
vexant
παθητική μετοχή
vexé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vexions
Παραδείγματα
Elle a vexé ses collègues sans le vouloir.
Αυτή προσέβαλε τους συναδέλφους της χωρίς να το θέλει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store