Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vexer
01
ενοχλώ, πληγώνω
causer du mécontentement ou de la contrariété à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vesse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vexons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vexerai
ενεστώτα μετοχή
vexant
παθητική μετοχή
vexé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vexions
Παραδείγματα
Elle a vexé ses collègues sans le vouloir.
Αυτή προσέβαλε τους συναδέλφους της χωρίς να το θέλει.



























