vexer
vex
vɛk
vek
er
se
se

Ορισμός και σημασία του "vexer"στα γαλλικά

01

ενοχλώ, πληγώνω

causer du mécontentement ou de la contrariété à quelqu'un 
vexer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vesse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vexons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vexerai
ενεστώτα μετοχή
vexant
παθητική μετοχή
vexé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vexions
Παραδείγματα
Il ne voulait pas vexer sa sœur avec ses paroles. 

Δεν ήθελε να προσβάλει την αδερφή του με τα λόγια του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store