Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La veste
[gender: feminine]
01
ζακέτα, σακάκι
vêtement à manches longues porté sur une chemise ou un pull
Παραδείγματα
Il fait froid, prends ta veste !
Κάνει κρύο, πάρε το σακάκι σου!
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ζακέτα, σακάκι