Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La violation
01
παράβαση, παραβίαση
action de ne pas respecter une loi, une règle ou un droit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
violations
Παραδείγματα
La violation des droits humains est inacceptable.
Η παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι απαράδεκτη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
violation
violate



























