Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
botar
01
πετάω
desechar o lanzar algo que ya no se necesita
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
boto
γ΄ ενικό πρόσωπο
bota
ενεστώτα μετοχή
botando
απλός αόριστος
botó
παθητική μετοχή
botado
Παραδείγματα
Decidió botar los papeles viejos.
Αποφάσισε να πετάξει τα παλιά χαρτιά.
02
απολύω, διώχνω
hacer que alguien deje un trabajo o lugar, expulsar
Παραδείγματα
La empresa decidió botar al empleado por mal comportamiento.
Η εταιρεία αποφάσισε να απολύσει τον υπάλληλο για κακή συμπεριφορά.
03
αποβάλλω
expulsar a alguien de un lugar o situación
Παραδείγματα
Botaron al huésped que no respetaba las normas del hotel.
Botaron τον επισκέπτη που δεν σεβόταν τους κανόνες του ξενοδοχείου.
04
καθέλκω
poner una embarcación en el agua por primera vez
Παραδείγματα
Van a botar el nuevo submarino esta tarde.
Θα καθελκύσουν το νέο υποβρύχιο απόψε.
05
ξεπεράσει τον εαυτό του, υπερβεί τον εαυτό του
superar sus propios límites o logros, destacarse
Παραδείγματα
Se botó en la competencia y ganó el primer lugar.
Υπερέβη τον εαυτό του στον διαγωνισμό και κέρδισε την πρώτη θέση.



























