Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alejar
01
απομακρύνομαι
separarse gradual o emocionalmente de alguien, reduciendo cercanía o contacto
Παραδείγματα
Con el estrés del trabajo, empezaron a alejarse uno del otro.
Με το άγχος της δουλειάς, άρχισαν να απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο.
02
απομακρύνω, αφαιρώ
poner a alguien o algo a distancia, o hacer que algo desaparezca o se reduzca
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aleja
ενεστώτα μετοχή
alejando
απλός αόριστος
alejó
παθητική μετοχή
alejado
Παραδείγματα
Alejar los pensamientos negativos es clave para el bienestar emocional.
Το απομάκρυνση των αρνητικών σκέψεων είναι το κλειδί για τη συναισθηματική ευημερία.
03
απομακρύνω, κρατώ απόσταση
mantener a alguien o algo a distancia para evitar contacto, problemas o influencia
Παραδείγματα
El perro fue alejado de la calle por seguridad.
Ο σκύλος απομακρύνθηκε από το δρόμο για λόγους ασφαλείας.



























