Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alentado
01
ενθαρρυμένος, παρακινημένος
que se siente animado, esperanzado o motivado por algo positivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más alentado
συγκριτικός βαθμός
más alentado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
alentado
αρσενικό πληθυντικό
alentados
θηλυκό ενικό
alentada
θηλυκό πληθυντικό
alentadas
Παραδείγματα
Nos sentimos alentados tras la reunión productiva.
Αισθανθήκαμε ενθαρρυμένοι μετά την παραγωγική συνάντηση.



























