la alegría
a
a
a
le
le
le
gr
ˈɣɾi
ghri
ía
a
a
alegoría

Ορισμός και σημασία του "alegría"στα ισπανικά

01

χαρά, ευθυμία

sentimiento de felicidad y entusiasmo 
la alegría definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La alegría llenó la casa durante la fiesta. 

Η χαρά γέμισε το σπίτι κατά τη διάρκεια του πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store