la alegría
a
a
α
leg
ˈleɣ
λεγ
ría
ɾia
ρια
alegoría

Ορισμός και σημασία του "alegría"στα ισπανικά

01

χαρά, ευθυμία

sentimiento de felicidad y entusiasmo 
la alegría definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La alegría llenó la casa durante la fiesta. 

Η χαρά γέμισε το σπίτι κατά τη διάρκεια του πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store