Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agitar
01
κουνώ
mover algo de un lado a otro con fuerza o rapidez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
agito
γ΄ ενικό πρόσωπο
agita
ενεστώτα μετοχή
agitando
απλός αόριστος
agitó
παθητική μετοχή
agitado
Παραδείγματα
Agitó la botella antes de abrirla.
Κούνησε το μπουκάλι πριν το ανοίξει.
02
κουνώ, φτεροκοπώ
mover algo repetidamente de un lado a otro, especialmente alas o extremidades
Παραδείγματα
El pájaro agitó las alas y voló.
Το πουλί κούνησε τα φτερά του και πέταξε.
03
θροΐζω
producir un sonido suave y crujiente al mover hojas, papel u objetos similares
Παραδείγματα
El viento agitaba las hojas secas en el jardín.
Ο άνεμος κούναγε τα ξερά φύλλα στον κήπο.
04
αγχώνομαι, ταράζομαι
moverse rápidamente o excitadamente, especialmente por emoción, preocupación o nervios
Παραδείγματα
Se agitaba pensando en la entrevista de mañana.
Αυτή αγωνιούσε σκεπτόμενη για τη συνέντευξη της αύριο.



























