Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agitar
01
κουνώ
mover algo de un lado a otro con fuerza o rapidez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
agito
γ΄ ενικό πρόσωπο
agita
ενεστώτα μετοχή
agitando
απλός αόριστος
agitó
παθητική μετοχή
agitado
Παραδείγματα
El pescador agitó la red para sacar el pez.
Ο ψαράς κούνησε το δίχτυ για να βγάλει το ψάρι.
02
κουνώ, φτεροκοπώ
mover algo repetidamente de un lado a otro, especialmente alas o extremidades
Παραδείγματα
Los niños agitaban abanicos para refrescarse.
Τα παιδιά κουνουσαν βεντάλιες για να δροσιστούν.
03
θροΐζω
producir un sonido suave y crujiente al mover hojas, papel u objetos similares
Παραδείγματα
Las páginas del libro agitaban al pasar la brisa.
Οι σελίδες του βιβλίου θρόιζαν καθώς περνούσε η αύρα.
04
αγχώνομαι, ταράζομαι
moverse rápidamente o excitadamente, especialmente por emoción, preocupación o nervios
Παραδείγματα
Los niños se agitaban de emoción en la fiesta.
Τα παιδιά αναστατώθηκαν από τον ενθουσιασμό στο πάρτι.



























