Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aglutinar
[past form: aglutiné][present form: aglutino]
01
συγκολλώ, ενώνω
unir o juntar varias cosas o personas en un conjunto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aglutino
γ΄ ενικό πρόσωπο
aglutina
ενεστώτα μετοχή
aglutinando
απλός αόριστος
aglutiné
παθητική μετοχή
aglutinado
Παραδείγματα
La conferencia aglutinó a expertos de todo el mundo.
Η διάσκεψη αγκύλωσε ειδικούς από όλο τον κόσμο.
02
συγκόλληση, προσκόλληση
unir o adherir células, bacterias o partículas en un proceso biológico
Παραδείγματα
El test detecta si los anticuerpos aglutinan los patógenos.
Η εξέταση ανιχνεύει εάν τα αντισώματα συγκολλούν τα παθογόνα.



























