Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parar
01
σταματώ
detenerse o hacer que algo deje de moverse o funcionar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
paro
γ΄ ενικό πρόσωπο
para
ενεστώτα μετοχή
parando
απλός αόριστος
paré
παθητική μετοχή
parado
Παραδείγματα
El coche paró en el semáforo rojo.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι.
02
σταματώ
detener o impedir que algo continúe o suceda
Παραδείγματα
Pararon la producción por falta de materiales.
Διακόψαμε την παραγωγή λόγω έλλειψης υλικών.
03
σηκώνομαι
ponerse de pie desde una posición sentada o acostada
Παραδείγματα
Me paré cuando entró el profesor en la clase.
Σηκώθηκα όταν ο δάσκαλος μπήκε στην τάξη.
04
σταματώ, αποκρούω
detener un lanzamiento o disparo a gol
Παραδείγματα
El portero logró parar el penalti con una espectacular estirada.
Ο τερματοφύλακας κατάφερε να αποκρούσει το πέναλτι με μια θεαματική βουτιά.



























