Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parar
01
σταματώ
detenerse o hacer que algo deje de moverse o funcionar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
paro
γ΄ ενικό πρόσωπο
para
ενεστώτα μετοχή
parando
απλός αόριστος
paré
παθητική μετοχή
parado
Παραδείγματα
Parar ahora sería un error.
Το να σταματήσεις τώρα θα ήταν λάθος.
02
σταματώ
detener o impedir que algo continúe o suceda
Παραδείγματα
No pudieron parar la propagación del virus.
Δεν κατάφεραν να σταματήσουν την εξάπλωση του ιού.
03
σηκώνομαι
ponerse de pie desde una posición sentada o acostada
Παραδείγματα
Se paró rápidamente al escuchar su nombre.
Σηκώθηκε γρήγορα όταν άκουσε το όνομά της.
04
σταματώ, αποκρούω
detener un lanzamiento o disparo a gol
Παραδείγματα
La afición coreó su nombre después de parar un mano a mano decisivo.
Το πλήθος επευφημούσε το όνομά του αφού απέκρουσε ένα καθοριστικό έναντι ενός.



























