Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La paranoia
01
παράνοια
estado mental caracterizado por desconfianza excesiva miedo o creencias irracionales de que otros quieren hacer daño
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su paranoia le impedía confiar en sus amigos.
Η παράνοιά του τον εμπόδιζε να εμπιστεύεται τους φίλους του.



























