Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La paranoia
01
παράνοια
estado mental caracterizado por desconfianza excesiva miedo o creencias irracionales de que otros quieren hacer daño
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sentía paranoia incluso en su propia casa.
Αισθανόταν παράνοια ακόμα και στο σπίτι του.



























