Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inopportune
01
ανάρμοστος, ακατάλληλος
happening at an inconvenient or unsuitable time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inopportune
συγκριτικός βαθμός
more inopportune
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
timing, evaluation, circumstances
Παραδείγματα
The power outage occurred at an inopportune moment during the presentation.
Η διακοπή ρεύματος συνέβη σε μια ακατάλληλη στιγμή κατά την παρουσίαση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inopportune
opportune



























