Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Input
01
γνώμη, συνεισφορά
a statement offering personal opinion, advice, or additional information
Παραδείγματα
She gave input on the proposed changes.
Έδωσε γνώμη για τις προτεινόμενες αλλαγές.
Παραδείγματα
The user typed text into the computer, providing input that the word processor used to create a document.
Ο χρήστης πληκτρολόγησε κείμενο στον υπολογιστή, παρέχοντας μια εισροή που ο επεξεργαστής κειμένου χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει ένα έγγραφο.
03
είσοδος, σήμα εισόδου
a signal or data sent into an electronic system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inputs
Παραδείγματα
The sensor provides input to the control system.
Ο αισθητήρας παρέχει είσοδο στο σύστημα ελέγχου.
04
εισροή, παραγωγικός παράγοντας
a resource or material used in production to create output
Παραδείγματα
Labor is an important input in manufacturing.
Η εργασία είναι ένα σημαντικό εισροή στην κατασκευή.
05
εισροή, συνεισφορά
the information or events that stimulate action or response
Παραδείγματα
The data gathered from the experiment provided crucial input for the research project.
Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν από το πείραμα παρείχαν κρίσιμη εισροή για το ερευνητικό έργο.
to input
01
εισάγω, καταχωρίζω
to put data into a computer or any piece of electronic equipment
Transitive: to input data
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
input
γ΄ ενικό πρόσωπο
inputs
ενεστώτα μετοχή
inputting
απλός αόριστος
inputted
παθητική μετοχή
inputted
Παραδείγματα
She inputs her username and password to log into the computer.
Εισάγει το όνομα χρήστη και τον κωδικό πρόσβασης για να συνδεθεί στον υπολογιστή.
Λεξικό Δέντρο
input
put



























