Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ill-timed
01
ακατάλληλος, άκαιρος
occurring at an inconvenient or inappropriate time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ill-timed
συγκριτικός βαθμός
more ill-timed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His ill-timed joke during the meeting caused awkward silence among the attendees.
Το άκαιρο αστείο του κατά τη διάρκεια της συνάντησης προκάλεσε αμήχανη σιωπή μεταξύ των παρευρισκομένων.



























