ill-timed
Pronunciation
/ˈɪltˈaɪmd/

Ορισμός και σημασία του "ill-timed"στα αγγλικά

01

ακατάλληλος, άκαιρος

occurring at an inconvenient or inappropriate time
ill-timed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ill-timed
συγκριτικός βαθμός
more ill-timed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
An ill-timed phone call interrupted her while she was giving a crucial presentation.
Ένα άκαιρο τηλεφώνημα την διέκοψε ενώ έκανε μια κρίσιμη παρουσίαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store