Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
innocent
01
αθώος, αναιτίαστος
not having committed a wrongdoing or offense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most innocent
συγκριτικός βαθμός
more innocent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The evidence presented in court proved that he was innocent of the crime he was accused of.
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο απέδειξαν ότι ήταν αθώος για το έγκλημα που κατηγορούνταν.
02
αθώος, καθαρός
being morally good and free from sin, especially without a perception of evil
Παραδείγματα
The child’s innocent curiosity about the world was heartwarming.
Η αθώα περιέργεια του παιδιού για τον κόσμο ήταν συγκινητική.
03
αθώος, αβλαβής
lacking intent or capacity to injure
Παραδείγματα
The innocent child believed everything she was told without question.
Το αθώο παιδί πίστευε ό,τι του έλεγαν χωρίς αμφιβολία.
05
στερημένος, ελλιπής
completely wanting or lacking
06
αθώος, αφελής
(used of things) lacking sense or awareness
07
αγνοών, αθώος
not knowledgeable about something specified
Innocent
01
αθώος, αφελής
a person who lacks knowledge of evil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
innocents
Λεξικό Δέντρο
innocently
innocent
innocence
innoc



























