Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Innocence
Παραδείγματα
She was released from prison after DNA evidence proved her innocence.
Αφέθηκε ελεύθερη από τη φυλακή αφού τα στοιχεία DNA απέδειξαν την αθωότητά της.
02
αθωότητα, αφέλεια
the quality of being free from worldly experience
Παραδείγματα
The story captured the innocence of first love.
Η ιστορία πιάστηκε η αθωότητα του πρώτου έρωτα.
03
αθωότητα, αγνότητα
the state of being free from sin or moral wrongdoing
Παραδείγματα
The ritual symbolized the restoration of moral innocence.
Το τελετουργικό συμβόλιζε την αποκατάσταση της ηθικής αθωότητας.
Λεξικό Δέντρο
innocency
innocent
innocence
innoc



























