innocence
i
ˈɪ
i
nno
cence
səns
sēns

Ορισμός και σημασία του "innocence"στα αγγλικά

01

αθωότητα, κατάσταση μη ένοχος

the state of not being guilty of a crime or offense 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He maintained his innocence throughout the investigation and trial. 

Διατήρησε την αθωότητά του καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας και της δίκης.

02

αθωότητα, αφέλεια

the quality of being free from worldly experience 
Παραδείγματα
The child's innocence was evident in her wide-eyed curiosity. 

Η αθωότητα του παιδιού ήταν εμφανής στην περιέργειά του με τα ανοιχτά μάτια.

03

αθωότητα, αγνότητα

the state of being free from sin or moral wrongdoing 
Παραδείγματα
The legend depicted her as a symbol of innocence and virtue. 

Ο θρύλος την απεικόνιζε ως σύμβολο αθωότητας και αρετής.

Λεξικό Δέντρο

innocency
innocent
innocence
innoc
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store