Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
initial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We made some initial progress on the project, but there is still much work to be done.
Κάναμε κάποιες αρχικές προόδους στο έργο, αλλά υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά να γίνει.
Initial
01
αρχικό
the first letter of a person's name, often used to represent their identity in a shorter form
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
initials
Παραδείγματα
The letter was addressed only to "Mr. T.B. " instead of his full name.
Το γράμμα απευθυνόταν μόνο στον "Κ. Τ.Β." αντί για το πλήρες όνομά του.
02
αρχικό γράμμα
the first letter of a word, often used to represent that word in an abbreviated form or part of a phrase
Παραδείγματα
In many logos, companies use the initials of their full name for brand recognition.
Σε πολλά λογότυπα, οι εταιρείες χρησιμοποιούν τα αρχικά του πλήρους ονόματός τους για την αναγνώριση της μάρκας.
to initial
01
παραφάρω, υπογράφω με αρχικά
to sign a document with the first letters of one's name as a way of giving approval or confirming its validity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
initial
γ΄ ενικό πρόσωπο
initials
ενεστώτα μετοχή
initialing
απλός αόριστος
initialed
παθητική μετοχή
initialed
Παραδείγματα
The employee initialed the attendance sheet to confirm his presence at the meeting.
Ο υπάλληλος υπέγραψε την κατάσταση παρουσίας για να επιβεβαιώσει την παρουσία του στη συνάντηση.
Λεξικό Δέντρο
initialize
initially
initiate
initial
init



























