to inhume
in
ɪn
in
hume
ˈhju:m
hyoom

Ορισμός και σημασία του "inhume"στα αγγλικά

to inhume
01

θάβω, ενταφιάζω

to put a dead body in the ground or sea 
to inhume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inhume
γ΄ ενικό πρόσωπο
inhumes
ενεστώτα μετοχή
inhuming
απλός αόριστος
inhumed
παθητική μετοχή
inhumed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inhumed
inhume
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store