Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhuman
01
απάνθρωπος, κτηνώδης
lacking compassion, empathy, or decency, often being cruel or brutal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inhuman
συγκριτικός βαθμός
more inhuman
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His inhuman disregard for the suffering of animals led to calls for stricter animal welfare laws.
Η απάνθρωπη αδιαφορία του για τα βάσανα των ζώων οδήγησε σε κλήσεις για πιο αυστηρούς νόμους για την ευζωία των ζώων.
02
απάνθρωπος, μη ανθρώπινος
belonging to or resembling something nonhuman
Λεξικό Δέντρο
inhuman
human



























