iniquity
i
ɪ
i
niq
ˈnɪk
nik
ui
vi
ty
ti
ti
inequity

Ορισμός και σημασία του "iniquity"στα αγγλικά

01

αδικία, κακία

actions that are profoundly immoral or wicked 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The novel exposes the iniquity of corrupt officials. 

Το μυθιστόρημα αποκαλύπτει την αδικία των διεφθαρμένων υπαλλήλων.

02

αδικία, ανομία

an action or situation that is not fair or right 
Παραδείγματα
The lawmaker's iniquity deprived citizens of their rights. 

Η αδικία του νομοθέτης στέρησε τους πολίτες από τα δικαιώματά τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store