iniquity
Pronunciation
/ˌɪˈnɪkwɪti/

Ορισμός και σημασία του "iniquity"στα αγγλικά

01

αδικία, κακία

actions that are profoundly immoral or wicked
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The film portrays the iniquity of war.
Η ταινία απεικονίζει την αδικία του πολέμου.
02

αδικία, ανομία

an action or situation that is not fair or right
Παραδείγματα
The policy was criticized as an iniquity against workers.
Η πολιτική επικρίθηκε ως αδικία εναντίον των εργαζομένων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store