Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inhibit
01
αναστέλλω, περιορίζω
to restrict or reduce the normal activity or function of something
Transitive: to inhibit an activity or function
Παραδείγματα
The brake system is designed to inhibit the movement of the vehicle when applied.
Το σύστημα φρένων έχει σχεδιαστεί για να αναστέλλει την κίνηση του οχήματος όταν εφαρμόζεται.
02
εμποδίζω, καταστέλλω
to prevent or limit an action or process
Transitive: to inhibit an action or process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inhibit
γ΄ ενικό πρόσωπο
inhibits
ενεστώτα μετοχή
inhibiting
απλός αόριστος
inhibited
παθητική μετοχή
inhibited
Παραδείγματα
The medication is known to inhibit the growth of harmful bacteria.
Το φάρμακο είναι γνωστό ότι αναστέλλει την ανάπτυξη των επιβλαβών βακτηρίων.
03
αναστέλλω, εμποδίζω
to make someone feel uncomfortable, preventing them from acting naturally or confidently
Transitive: to inhibit sb
Παραδείγματα
The large audience inhibited him, making it hard to deliver his speech confidently.
Το μεγάλο ακροατήριο τον αναστάτωσε, καθιστώντας δύσκολη την αυτοπεποίθηση στην παράδοση της ομιλίας του.
04
καταστέλλω, περιορίζω
to restrain or limit the action or progress of something
Transitive: to inhibit a desire, behavior, or ability
Παραδείγματα
His desire to speak out was inhibited by fear of backlash.
Η επιθυμία του να μιλήσει αναστέλλεται από τον φόβο της αντιπαράθεσης.
Λεξικό Δέντρο
inhibited
inhibition
inhibitor
inhibit



























