inhibited
in
ɪn
in
hi
ˈhɪ
hi
bi
bi
ted
tɪd
tid
inheritedinhabited

Ορισμός και σημασία του "inhibited"στα αγγλικά

01

ανασταλμένος, συγκρατημένος

unable to act freely or express yourself naturally 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inhibited
συγκριτικός βαθμός
more inhibited
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, psychology, emotion
Παραδείγματα
He felt inhibited and didn't speak in class. 

Αισθανόταν αναστατωμένος και δεν μιλούσε στην τάξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uninhibited
inhibited
inhibit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store