inhibited
in
ˌɪn
in
hi
ˈhɪ
hi
bi
ted
tɪd
tid
/ɪnhˈɪbɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "inhibited"στα αγγλικά

01

ανασταλμένος, συγκρατημένος

unable to act freely or express yourself naturally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inhibited
συγκριτικός βαθμός
more inhibited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His fear of criticism left him socially inhibited during professional discussions.
Ο φόβος του για την κριτική τον άφησε κοινωνικά ανασταλμένο κατά τη διάρκεια επαγγελματικών συζητήσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store