Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhibited
01
ανασταλμένος, συγκρατημένος
unable to act freely or express yourself naturally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inhibited
συγκριτικός βαθμός
more inhibited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt inhibited and didn't speak in class.
Αισθανόταν αναστατωμένος και δεν μιλούσε στην τάξη.
Λεξικό Δέντρο
uninhibited
inhibited
inhibit



























