Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhibited
01
ανασταλμένος, συγκρατημένος
unable to act freely or express yourself naturally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inhibited
συγκριτικός βαθμός
more inhibited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His fear of criticism left him socially inhibited during professional discussions.
Ο φόβος του για την κριτική τον άφησε κοινωνικά ανασταλμένο κατά τη διάρκεια επαγγελματικών συζητήσεων.
Λεξικό Δέντρο
uninhibited
inhibited
inhibit



























