Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impose
01
επιβάλλω, αναγκάζω
to force someone to do what they do not want
Transitive: to impose sth | to impose sth on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impose
γ΄ ενικό πρόσωπο
imposes
ενεστώτα μετοχή
imposing
απλός αόριστος
imposed
παθητική μετοχή
imposed
Παραδείγματα
The authoritarian government tried to impose strict regulations on freedom of speech.
Η αυταρχική κυβέρνηση προσπάθησε να επιβάλει αυστηρούς κανονισμούς για την ελευθερία του λόγου.
02
επιβάλλω, αναγκάζω
to force or pressure someone to act in a particular way
Transitive: to impose a behavior
Παραδείγματα
The teacher imposed silence in the classroom during the exam.
Ο δάσκαλος επέβαλε σιγή στην τάξη κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
03
επιβάλλω, εφαρμόζω
to make someone accept or pay something, often a responsibility or fine
Transitive: to impose a charge or fine
Παραδείγματα
The government decided to impose a new tax on imported goods.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να επιβάλει έναν νέο φόρο στα εισαγόμενα αγαθά.
Λεξικό Δέντρο
imposed
imposing
imposition
impose



























