Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to implore
01
ικετεύω, παρακαλώ θερμά
to earnestly and desperately beg for something
Transitive: to implore sb
Ditransitive: to implore sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
implore
γ΄ ενικό πρόσωπο
implores
ενεστώτα μετοχή
imploring
απλός αόριστος
implored
παθητική μετοχή
implored
Παραδείγματα
She implored her parents to let her attend the concert, promising to finish her chores.
Παρεκάλεσε τους γονείς της να την αφήσουν να πάει στο συναυλία, υποσχόμενος να ολοκληρώσει τις δουλειές της.
Λεξικό Δέντρο
imploring
implore



























