Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to implore
01
ικετεύω, παρακαλώ θερμά
to earnestly and desperately beg for something
Transitive: to implore sb
Ditransitive: to implore sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
implore
γ΄ ενικό πρόσωπο
implores
ενεστώτα μετοχή
imploring
απλός αόριστος
implored
παθητική μετοχή
implored
Παραδείγματα
The teacher implored their students to study diligently for the upcoming exam.
Ο δάσκαλος παρακάλεσε τους μαθητές του να μελετήσουν επιμελώς για την επερχόμενη εξέταση.
Λεξικό Δέντρο
imploring
implore



























