to implore
Pronunciation
/ˌɪmˈpɫɔɹ/

Ορισμός και σημασία του "implore"στα αγγλικά

to implore
01

ικετεύω, παρακαλώ θερμά

to earnestly and desperately beg for something
Transitive: to implore sb
Ditransitive: to implore sb to do sth
to implore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
implore
γ΄ ενικό πρόσωπο
implores
ενεστώτα μετοχή
imploring
απλός αόριστος
implored
παθητική μετοχή
implored
Παραδείγματα
The teacher implored their students to study diligently for the upcoming exam.
Ο δάσκαλος παρακάλεσε τους μαθητές του να μελετήσουν επιμελώς για την επερχόμενη εξέταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store