to impinge
Pronunciation
/ˌɪmˈpɪndʒ/

Ορισμός και σημασία του "impinge"στα αγγλικά

to impinge
01

επηρεάζω αρνητικά, επεμβαίνω

to influence something, often in a harmful or limiting way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
impinges
ενεστώτα μετοχή
impinging
απλός αόριστος
impinged
παθητική μετοχή
impinged
Παραδείγματα
The harsh climate conditions impinge on agricultural productivity.
Οι σκληρές κλιματικές συνθήκες επηρεάζουν τη γεωργική παραγωγικότητα.
02

παραβιάζω, επεμβαίνω

to intrude upon a boundary, limit, or domain
Παραδείγματα
Their expansion plans impinge on protected wildlife areas.
Τα σχέδια επέκτασής τους παραβιάζουν τις προστατευόμενες περιοχές άγριας ζωής.

Λεξικό Δέντρο

impingement
impinge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store