Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impinge
01
επηρεάζω αρνητικά, επεμβαίνω
to influence something, often in a harmful or limiting way
Παραδείγματα
The harsh climate conditions impinge on agricultural productivity.
Οι σκληρές κλιματικές συνθήκες επηρεάζουν τη γεωργική παραγωγικότητα.
02
παραβιάζω, επεμβαίνω
to intrude upon a boundary, limit, or domain
Παραδείγματα
Their expansion plans impinge on protected wildlife areas.
Τα σχέδια επέκτασής τους παραβιάζουν τις προστατευόμενες περιοχές άγριας ζωής.
Λεξικό Δέντρο
impingement
impinge



























