Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impinge
01
επηρεάζω αρνητικά, επεμβαίνω
to influence something, often in a harmful or limiting way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
impinges
ενεστώτα μετοχή
impinging
απλός αόριστος
impinged
παθητική μετοχή
impinged
Παραδείγματα
The noise from the construction site began to impinge on her concentration.
Ο θόρυβος από το εργοτάξιο άρχισε να επηρεάζει τη συγκέντρωσή της.
02
παραβιάζω, επεμβαίνω
to intrude upon a boundary, limit, or domain
Παραδείγματα
The new fence impinged on their neighbor's property line.
Το νέο φράχτη παραβίαζε τη γραμμή ιδιοκτησίας του γείτονά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
impingement
impinge



























