Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apropos
01
σχετικός, κατάλληλος
relevant, suitable, or appropriate in a given context or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most apropos
συγκριτικός βαθμός
more apropos
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His remark was quite apropos considering the current state of affairs.
Η παρατήρησή του ήταν αρκετά κατάλληλη λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση.
apropos
01
στο κατάλληλο χρόνο, ευκαιριακά
at an appropriate or fitting moment
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
She arrived just apropos, as the meeting was about to begin.
Έφτασε ακριβώς στο σωστό χρόνο, καθώς η συνάντηση επρόκειτο να αρχίσει.
02
Παρεμπιπτόντως, Σε σχέση με αυτό
used to introduce a remark that connects to the current topic
Παραδείγματα
Apropos of your earlier point, I think we should revisit the budget.
Παρεμπιπτόντως για το προηγούμενο σημείο σας, νομίζω ότι πρέπει να επανεξετάσουμε τον προϋπολογισμό.
apropos
01
σχετικά με, όσον αφορά
used to introduce a comment, observation, or topic that is relevant, appropriate, or timely
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Apropos the meeting, we should discuss the budget changes.
Σχετικά με τη συνάντηση, πρέπει να συζητήσουμε τις αλλαγές στον προϋπολογισμό.



























